Success story ξανά ή 100 χρόνια κοροϊδίας;

Success story ξανά ή 100 χρόνια κοροϊδίας;

  • 15
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    15
    Shares

του Μιχάλη Χαιρετάκη

Ο Δημήτρης εργαζόταν ως διευθυντικό στέλεχος σε μια εταιρεία για πολλά χρόνια. Ο μισθός του ήταν 5000 ευρώ καθαρά το μήνα, είχε μάλιστα και 4 διαμερίσματα, στο ένα έμενε ο ίδιος και ενα μαγαζί τα οποία τα ενοίκιαζε και έπαιρνε ακόμα 5000 ευρώ.

Εμενε με την οικογένειά του και τα 2 παιδιά του σε ενα ακριβό διαμέρισμα σε ενα πολυτελές συγκρότημα κατοικιών. Ομως χρειαζόταν ανακαίνιση όλο το συγκρότημα γιατί είχε χτιστει πριν απο 50 χρόνια. Ο κύριος Κώστας, ο διαχειριστής του συγκροτήματος, που είχε εκλεγεί στη γενική συνέλευση των ιδιοκτητών, ανέλαβε να κάνει την ανακαίνιση.

Με το που μάθανε στην πιάτσα το γεγονός, διάφοροι αντιπρόσωποι εταιρειών ανακαινίσεων πλησίασαν τον Κώστα, ο καθένας με ένα φακελάκι στο χέρι.

“Οπως ήταν φυσικό η ανακαίνιση έπεσε εντελώς έξω απο τον άρχικό προϋπολογισμό, αλλά ο Κώστας ήταν απτόητος. Μην ανησυχείτε είπε στους ιδιοκτήτες. Πήρα δάνειο στο όνομά σας και δε θα πληρώσετε τίποτα εσεις.

Αυτό όμως που δεν τους είχε πει, ήταν οτι με την εξουσιοδότηση που του είχαν κάνει οι ιδιοκτήτες, έβαλε υποθήκη όλο το συγκρότημα.

Πέρασαν τα χρόνια, ήρθαν εποχές δύσκολες ο Δημήτρης έχασε τη δουλειά του, έμεινε άνεργος στα 50 του, μόνο η κόρη του και ο γιός του δούλευαν και έπαιρναν ο καθένας απο 300 ευρώ. Ευτυχώς όμως είχε τα ενοίκια. Επαιρνε 3000 ευρώ και εμενε σε ενα απο τα διαμέρισματα, οπότε η κατάσταση ήταν υποφερτή.

Ο Κώστας έφυγε απο διαχειριστής, ήρθε μετά ενας άλλος, Κώστας και αυτός.που όταν κατάλαβε τι γινόταν τα παράτησε τρέχοντας ενώ ο επόμενος, ο Γιώργος ανέλαβε τη διαχείριση με σκοπό να βάλει τα πάντα σε μια τάξη.

Ομως αντί να το κάνει αυτό, άρχισε να διαβάλλει τους ενοίκους του συγκροτήματος, λέγοντας οτι είναι διεφθαρμένοι, τεμπέληδες και άχρηστοι ενώ οι τελευταίοι τον κοιτούσαν αποσβολωμένοι.

Συμφώνησε με την τράπεζα να την πληρώσει και αυτή με τη σειρά της του βρήκε τοκογλύφους έτοιμους να τον δανείσουν αρκει να έπαιρναν και αυτοί κάτι.

Υπολόγισαν λοιπόν οτι για τον Δημήτρη που πλέον ήταν άνεργος το ποσό που του αναλογούσε για να πληρώσει ήταν 200.000 ευρώ. Αυτά τα χρήματα, που ήταν αμφίβολο αν τα χρωστούσε πραγματικά και αν γινόταν κάποιος έλεγχος στα παραστατικά ο Κώστας θα έμπαινε φυλακή, ο Γιώργος κανόνισε να τα δώσουν οι τοκογλύφοι στις τράπεζες και ο Δημήτρης πια να χρωστάει σε αυτούς

Ο Γιώργος έφυγε,

Ηρθε μετά ο Βαγγέλης με τον Αντώνη και τέλος ο Αλέκος με τον Πάνο..

Ολοι αυτοί με τη βοήθεια της τράπεζας και των τοκογλύφων είχαν βρεί τη λύση.

Ο Δημήτρης μπορούσε να σωθεί, χρειαζόταν όμως να εκσυγχρονιστεί, να κάνει δραστικές μεταρρυθμίσεις στη ζωή του.

Του πήραν τα σπίτια και το μαγαζί που είχε και τα πούλησαν κοψοχρονιάς για να ξεχρεώσει.
Μόνο που όλα μαζί έπιασαν 100.000 αντί 600.000 που θα έπιαναν αν δεν βρισκόταν στην ανάγκη γιατί τα πήραν αετονύχηδες που είχαν πάρε δώσε με τους τοκογλύφους.

Μαζί με αυτά έχασε τα ενοίκια που έπαιρνε ενω απο τα 600 ευρώ που έπαιρναν και τα 2 παιδιά για τα δάνεια τους έπαιρναν τα 400 κάθε μήνα.

Μάλιστα για να τους βοηθήσουν να καταφέρουν να επιζούν με αυτά τα 200 ευρώ μόνο, τους έμαθαν να φεσώνουν απο μπακάλη μέχρι μανάβη και απο ηλεκτρολόγο μέχρι υδραυλικό, όποιον περπατούσε, ανέπνεε και είχε δοσοληψίες μαζί τους.

Αυτές ήταν οι περιβόητες μεταρρυθμίσεις. Ξεπούλημα και φέσια.

Σα να μην έφταναν όλα αυτά σε 2 απο τα δωμάτια του σπιτιού έφεραν και στρίμωξαν στο ενα μια οικογένεια και στο άλλο 5 άτομα ακαθορίστου ηλικίας και εθνικότητας που όλη μέρα έπιναν και έκαναν φασαρία.Εβγαζαν μαχαίρια και φώναζαν, το πρωί τους μάζευε η αστυνομία, το βράδυ πάλι ήταν πίσω. Ηταν και αυτό μέσα στις νέες υποχρεώσεις, να μάθουν να ζούν με τον φόβο.

¨Ετσι τους έμεινε ενα μεγάλο χρέος το οποίο αντί να μειώνεται, είχε φτάσει στις 400.000 ευρώ το οποίο έπρεπε να ξεπληρώνουν με αυτά τα 4000 ευρώ το χρόνο σε 100 χρόνια. Σκλάβοι μέχρι και τα δισέγγονα τους.

Μα θα μου πειτε 400×12=4800 που πήγαιναν τα 800 ευρώ; Τα ξαναμοίραζαν στους νεοφερμένους για να δείξουν οτι τώρα πια όλα πήγαιναν τέλεια και οτι έτσι που τα κατάφεραν το χρέος του Δημήτρη ήταν πια βιώσιμο. Το τελευταίο το έλεγαν παντού μπας και τσιμπήσει κάποιος ηλίθιος να δανείσει και να τον φεσώσουν και αυτόν.

Το χειρότερο όμως απ όλα δεν ήταν ούτε οτι τους κατάχρεωσαν, ουτε οτι τους πήραν ότι είχαν και δεν είχαν για να ξεχρεώσουν υποτίθεται, ουτε οτι τους έμαθαν να ζούν με το φόβο μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Το χειρότερο ήταν η κοροϊδία, οταν ο κάθε γελοίος που το έπαιζε διαχειριστής απο τον Γιώργο μέχρι τον Αλέκο, κορδωνόταν και έσκαγε απο υπερηφάνεια οταν τους έλεγε ξεδιάντροπα οτι τους έσωζε ενώ την ίδια ώρα κατάκλεβε το βιός τους και τους στερούσε κάθε ελπίδα για το μέλλον.