Ακόμα τούτ’ την άνοιξη, Ραγιάδες ραγιάδες

Ακόμα τούτ’ την άνοιξη, Ραγιάδες ραγιάδες

  • 39
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    39
    Shares

του Μιχάλη Χαιρετάκη

Γενέθλια χθές στη Γερμανία, και ανάμεικτα τα συναισθήματα μου.
Συγγενείς, εκατοντάδες φίλοι γνωστοί και άγνωστοι μέσα απο τα socialmedia και το τηλέφωνο με θυμήθηκαν για να μου ευχηθούν. Βρίσκομαι εδώ και 4 σχεδόν χρόνια μακριά απο την Ελλάδα με μικρά μονο διαλείμματα, ένας απο τους εκατοντάδες χιλιάδες αυτοεξόριστους της μνημονιακής λαίλαπας.

Τα ίδια χρόνια που πασχίζω ξανά να σταθώ στα πόδια μου, να προλάβω τη ζωή και την καριέρα που έχασα στην Ελλάδα των εκσυγχρονιστικών μιζών, των εξοπλισμών, των φαραωνικών μιζοολυμπιάδων και των μνημονίων, του νεποτισμού και του ωχαδερφισμού, στην Ελλάδα των βουνών των πανεριών και του αδήλωτου χρήματος, μια άλλη Ελλάδα συνεχίζει να ματώνει και να υποφέρει.

Ελλάδα είναι η μαγική χώρα που μπορείς να θεωρείς την καριέρα χολέρα και να γίνεσαι σύμβουλος στρατηγικού σχεδισμού πρωθυπουργού, την ίδια ώρα που ως φίλος κορυφαίου υπουργού μπορείς να ζεις το μύθο του νεόπλουτου στις πίστες των νυχτερινών κέντρων με δεκάδες χιλιάδες ευρώ στις τσέπες σου.

Ελλάδα είναι η μαγική χώρα που 90 χρονη συλλαμβάνεται και της παιρνουν δακτυλικά αποτυπώματα επειδή πούλαγε πλεκτά παπουτσάκια, την ίδια ώρα που συλλαμβάνονται για να αφεθούν ελεύθεροι 163 σκληροί παραβατικοί, επενδυτές και εφοπλιστές όπως είχε πεί άλλος κορυφαίος υπουργός πρίν λίγο καιρό.

Κι όλα αυτά και άλλα πολλά όπως το πάρτυ ποινικών με τη βροχή τα 50αρικα και τις δεκάδες φιάλες στον Κορυδαλλό όχι μόνο συμβαίνουν αλλά μας κατάντησαν να τα θεωρούμε φυσιολογικά και μέρος της καθημερινής ζωής, γεγονότα που σε άλλη χώρα θα ισοδυναμούσαν με παραιτήσεις υπουργών και κυβερνήσεων.

25η Μαρτίου σήμερα και οι στίχοι του Θούριου δεν φεύγουν στιγμή απο το μυαλό μου

Να χάνουμε αδέλφια, Πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή.

Πάνω απο 200 χρόνια έχουν περάσει απο τότε που γράφτηκαν και περιγράφουν τέλεια το σημερινό αδιέξοδο της χώρας.

Χιλιάδες φεύγουν για να επιβιώσουν αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα και ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, χιλιάδες αυτοκτονούν ή συνεχίζουν να υποφέρουν, την ίδια ώρα που αγράμματοι κηφήνες πολιτικοί ξεπουλούν τη χώρα κομμάτι κομμάτι και υποθήκευσαν τις ζωές μας με μνημόνια μέχρι το 2060. 40 χρόνια μνημονιακή σκλαβιά και φυλακή, δούλοι των ξένων δανειστών και τοκογλύφων

Ξεπούλησαν τα αεροδρόμια, ξεπούλησαν την ενέργεια, ξεπούλησαν τα τραίνα, ξεπουλησαν την κοινωνία ολόκληρη φέρνοντας υπερμνημόνιο μέχρι το 2060.

Εκτός αν είναι επιτυχία η υπερφορολόγηση, το κλείσιμο των επιχειρήσεων, οι πάνω απο 1.000.000 άνεργοι και οι μισθοί των 300 ευρώ, αυτών που η Συριζαία διευθύντρια έβρισκε με τα συριζομαθηματικά νηπιαγωγείου οτι είναι 300% πάνω απο το 0.

Τι λέτε λοιπόν;

Αφου κυβερνάει το χρέος να αποδεχθούμε τη μοίρα μας ως ραγιάδες του χρέους , σφουγγοκωλάριοι των δανειστών και χατζηαβάτηδες των μνημονιακών Πασάδων;

Να αποδεχθούμε τη μοίρα μας και να αναρωτιόμαστε κάθε 4 χρόνια ποιος είναι ο καλύτερος παπατζής, απατεώνας πολιτικός, που διαχειρίζεται την οικονομική μας σκλαβιά , τσεπώνοντας το κατιτίς του την ίδια ώρα;

Ναί σίγουρα υπάρχουν ανάμεσά μας ραγιάδες στην ψυχή και είναι άξιοι της μοίρας τους. Είναι αυτοί που έδιναν τα φακελάκια στους γιατρούς γιατί έτσι το είχαν βρεί απο τους γονείς τους και απο τον περίγυρό τους, είναι αυτοί που έγλειφαν για μια θεσούλα στο δημόσιο, είναι αυτοί που συνωστιζόταν στους προθαλάμους των γραφείων των πολιτικών για ενα ρουσφέτι, αυτοί που λάδωναν για δίπλωμα οδήγησης, αυτοί που αγόραζαν απολυτήριο ιδιωτικής σχολής με άριστα για διορισμό τους στο δημόσιο.

Υπάρχουν όμως και περήφανοι Ελληνες που δεν αντέχουν το ζυγό και όσο συνεχίζουν να υπάρχουν να υποφέρουν, να αγωνίζονται, η ψυχή μου, η καρδιά μου και η πένα μου θα είναι μαζί τους και ας τους συκοφαντούν και τους λοιδωρούν οι χορτάτοι υποκριτές τα τσιράκια των κατακτητών.

Είναι αυτοί οι πεινασμένοι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν “φασίστες” όταν γιουχάιζαν τους χορτάτους συνεργάτες των κατακτητών, η μοναδική ελπίδα αυτού του τόπου.